δήλωμα

δήλ-ωμα, ατος, τό,
A a means of making known,

τινός Pl.Lg.792a

, Plu.2.78e, etc.: pl., ib. 62d.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δήλωμα — δήλωμα, το (Α) [δηλώ] τρόπος, μέσο να κάνει κάποιος γνωστό κάτι, το φανέρωμα …   Dictionary of Greek

  • δήλωμα — a means of making known neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δηλωμάτων — δήλωμα a means of making known neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δηλώμασιν — δήλωμα a means of making known neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δηλώματα — δήλωμα a means of making known neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δηλώματι — δήλωμα a means of making known neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δηλώματος — δήλωμα a means of making known neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.